Παρασκευή, 13 Ιουλίου 2012

Με γεια το κούρεμα, λοιπόν!



Άρθρο του Νίκου Σαραντάκου

Πέρσι τον Δεκέμβρη είχα δημοσιεύσει ένα άρθρο με τον τίτλο “Με γεια το κούρεμα“. Καθώς σήμερα η λέξη έχει κυριαρχήσει στην επικαιρότητα, παρουσιάζω εκείνο το παλιό μου άρθρο, με κάποιες αλλαγές και κάποιες προσθήκες -βέβαια έτσι χάνονται τα παλιά σχόλια, αλλά κανείς δεν είναι τέλειος. 

Με γεια το κούρεμα, λοιπόν, φράση που τη λέμε σε κάποιον φίλο που παρουσιάζεται μπροστά μας φρεσκοκουρεμένος: στα μαθητικά μου χρόνια, επί χούντας, όπου κουρευόμασταν συχνά, όσο κι αν προσπαθούσαμε, βρέχοντας με λεμόνι τα μαλλιά μας και πατηκώνοντάς τα, να αναβάλουμε το μοιραίο για λίγες μέρες, τότε λοιπόν η φράση «με γεια το κούρεμα» συνοδευόταν απαραιτήτως από μια φάπα στο αποψιλωμένο σβέρκο, συνήθως χαϊδευτική και φιλική, αλλά κάποτε γερή από κανέναν άγαρμπο συμμαθητή. Σήμερα τη φάπα τη φάγαμε ξεγυρισμένη, και όχι από άγαρμπο συμμαθητή αλλά από πανίσχυρο εταίρο, οπότε σταματώ με τις παιδικές μου αναμνήσεις και αρχίζω να λεξιλογώ για το κούρεμα και για άλλα συναφή.

Βέβαια, η λέξη «κούρεμα» δεν βρίσκεται στην επικαιρότητα με την κυριολεκτική της σημασία. Μιλάμε για το κούρεμα του χρέους, που είναι απόδοση του αγγλικού haircut, που σημαίνει το ίδιο. Στην πιο καθωσπρέπει οικονομική ορολογία λέγεται «περικοπή», το είδα και “απομείωση”, αλλά στη γλώσσα της δημοσιογραφίας το «κούρεμα» είναι ακαταμάχητο, όσο κι αν το ψαλίδισμα θα ήταν ίσως σωστότερο.


Κούρεμα λοιπόν, λέξη που ανήκει σε μια πολύ μεγάλη αρχαία οικογένεια λέξεων. Από το ρήμα κείρω, που δεν σήμαινε μόνο «κουρεύω» αλλά και γενικώς «κόβω», έχουμε το κέρμα, το κομματάκι δηλαδή, που γρήγορα εξειδικεύτηκε στη σημασία του μικρού νομίσματος. Από εκεί και η κουρά, που σήμαινε ακριβώς το κούρεμα, π.χ. των προβάτων, και που τη διατηρούμε στη σημερινή μας γλώσσα για την τελετή χειροτονίας των μοναχών πριν μπουν στο μοναστήρι -και χρησιμοποιούμε, τότε, τον άχρηστο πια αόριστο του ρήματος, όταν λέμε «εκάρη μοναχός», που μας θυμίζει και την απολιθωμένη μετοχή παρακειμένου κεκαρμένος που έδωσε τον τίτλο στο μυθιστόρημα Κεκαρμένοι του Νίκου Κάσδαγλη για τη ζωή στο στρατό. Καμιά φορά, το κεκαρμένος συνδυαζόταν με μιαν άλλη αρχαϊκούρα, εν χρω, κι όλο μαζί σήμαινε “κουρεμένος γουλί”.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου